MANΩΛHΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ Ή ΤΖΙΤΖΗΣ (1844 – 1913)


O Mάρκος Mπότσαρης της Kρήτης
Tου Γιώργου Καλογεράκη

Ο Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής γεννήθηκε το έτος 1844 στα Ανώγεια Μυλοποτάμου. Ο πατέρας του ήταν ο Νικόλαος Ξυλούρης από την ιστορική οικογένεια των Ξυλούρηδων. Μητέρα του η Αικατερίνη από την εξίσου ιστορική οικογένεια των Σμπώκηδων. Ο Εμμανουήλ Ξυλούρης ήταν στο ανάστημα ψηλός, είχε αρρενωπό πρόσωπο, μουστάκια και γενειάδα μαύρου χρώματος. Μυώδη μπράτσα και πόδια. Είχε πλατύ στήθος και διακρινόταν για την μετριοφροσύνη του.
Επανάσταση 1866-1869
Το όνομα του Μανόλη Ξυλούρη ή Τζιτζή ακουγόταν από τα στόματα όλων που έπαιρναν μέρος σε μάχες μαζί του. Συχνά άκουγε κανείς την φράση :
-Δες τε μωρέ τον Τζιτζή, παντού είναι πρώτος, πρωτογλακηχτής! Θωρείτε τον; Θα βγει πρωτοπαλίκαρο των Ανωγειανών από τους σώκαιρούς του!
Σε μάχη στις 18 Ιανουαρίου 1867 ο Ανωγειανός Βασίλειος Νιώτης ή Λαγκάς βρέθηκε μέσα σε μια μάντρα μαζί με άλλους και πολεμώντας απεγνωσμένα δεν αντιλήφθηκε την αναχώρηση των συντρόφων του. Αμέσως κυκλώθηκε από ομάδα Τούρκων. Ο Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής που βρισκόταν δίπλα στην σκηνή, χωρίς να λογαριάσει τον κίνδυνο, ορμά εναντίον των Τούρκων που είχαν περικυκλώσει τον Νιώτη, τους προκαλεί σύγχυση και βρήκε έτσι ευκαιρία ο Νιώτης να φύγει. Αυτό το γεγονός μου το διηγήθηκε ο ίδιος ο Νιώτης και μου επιβεβαίωσε ότι ο Τζιτζής, ο σωτήρας του, εσκότωσε μάλιστα και ένα Τούρκο. Αυτό είναι και το πρώτο ανδραγάθημα του Τζιτζή.


ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣTA ΣΦΑΚΙΑ
Στα Σφακιά τον Ιούνιο του 1867 οι Τούρκοι είχαν στην κατοχή τους όλα τα μέρη που υπήρχε νερό και οι Έλληνες με δυσκολία έβρισκαν νερό. Από τους αρχηγούς αποφασίστηκε να γίνει επίθεση κατά του Τούρκικου στρατού που κατείχε τις δεξαμενές του νερού (τις στέρνες).
Πριν προλάβει σ’αυτή τη μάχη να δώσει τη διαταγή ο Σκουλάς, ο πάντα πρώτος σ’όλες τις επιχειρήσεις Τζιτζής εξορμά πρώτος και 50 άλλοι Ανωγειανοί τον ακολουθούν. Με μεγάλη ταχύτητα καταλαμβάνουν το λόφο με τις δεξαμενές των Τούρκων. Ο Τζιτζής ανεβαίνοντας φώναζε:
-Απάνω ντως μωρέ!
Τον λόφο αυτό οι Σφακιανοί προς τιμή του Τζιτζή τον ονόμασαν «του Τζιτζή το Κεφάλι». Αφού κατέλαβαν αυτό το καίριο μέρος, κατέβηκαν και άλλοι. Έγινε φοβερή μάχη και οι Τούρκοι που κατείχαν τις στέρνες τράπηκαν σε φυγή αφού εγκατέλειψαν τις αποσκευές τους και σκοτώθηκαν πολλοί απ’αυτούς. Αλλά οι Έλληνες δεν κατάφεραν να κρατήσουν πολύ αυτές τις θέσεις, γιατί ο εχθρός έκανε αντεπίθεση, με μεγαλύτερες δυνάμεις και με κανόνια. Οι Τούρκοι εκτόπισαν τους Έλληνες και αναγκάστηκαν οι δικοί μας να υποχωρήσουν. Στην διάρκεια της υποχώρησης και ενώ οι σφαίρες των εχθρών έπεφταν σαν χαλάζι, έπεσε η μαχαίρα του Τζιτζή από το σελάχι του χωρίς να το αντιληφτεί. Όταν την αναζήτησε μετά κάμποση ώρα και διαπίστωσε ότι δεν ήταν στην θέση της είπε:
-Έχασα το μαχαίρι μου !
Χωρίς να χάσει καιρό επιστρέφει και βρίσκει το μαχαίρι του. Το τοποθετεί στη θέση του και τρέχοντας προλαβαίνει τους συντρόφους του που υποχωρούσαν. Τότε ο Δημήτρης Β. Σμπώκος του είπε :
-Εγώ Τζιτζή δεν θα διακινδύνευα τη ζωή μου γι’αυτό το μαχαίρι!
-Μα κι εγώ καπετάν Δημήτρη καλλιά’χα να μη γύριζα στ’Ανώγεια ζωντανός παρά ν’αφήσω το μαχαίρι μου στα Σφακιά!
Τον ίδιο χρόνο 1867 ο Τζιτζής πάλι βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του πυρός σε μάχη. Πολεμώντας γενναία βρέθηκε αντιμέτωπος μ’έναν τουρκοκρητικό. Η απόστασή τους ήταν πενήντα μέτρα. Πυροβολούσαν ο ένας τον άλλο αρκετή ώρα. Στο τέλος ο Τζιτζής αποφάσισε να δώσει τέλος σ’αυτή τη σκηνή. Υπολόγισε ότι, μετά το άδειασμα του όπλου του τουρκοκρητικού και το ξαναγέμισμά του, μπορούσε να τον προλάβει και να τον σκοτώσει. Άφησε τον Τούρκο και πυροβόλησε και με ένα άλμα πλησίασε τον ξερότοιχο, το ορμητήριο του Τούρκου. Σπρώχνει τον τοίχο ο οποίος πέφτοντας τον πλακώνει. Ορμά κατόπιν και τον σφάζει. Παίρνει τα όπλα του Τούρκου ενώ οι σφαίρες του εχθρού έπεφταν γύρω του σαν βροχή (μία μάλιστα τον βρήκε στα ρούχα του χωρίς να του προξενήσει βλάβη).
ΕΝΕΔΡΑ ΑΝΩΓΕΙΑΝΩΝ
Όταν δεν γίνονταν συστηματικές μάχες κατά των Τούρκων ή από τους Τούρκους κατά των Χριστιανών, οι Χριστιανοί κατά διαστήματα κατέβαιναν σε ομάδες στα κοντινά μέρη του Ηρακλείου και έστηναν ενέδρες. Σ’ αυτούς που έβγαιναν από την πόλη για να βοσκήσουν τα ζώα τους ή να μαζέψουν χόρτα και ξύλα και σκότωναν όσους μπορούσαν και άρπαζαν και τα ζώα τους. Μια τέτοια ενέδρα έγινε το 1868 από εκατό επίλεκτους Ανωγειανούς και ισάριθμους Μαλεβυζιώτες στην θέση Φοινικιά της επαρχίας Τεμένους, δεν γνωρίζω ποια εποχή. Αναχώρησαν την νύχτα από το χωριό Τύλισσος και ήρθαν και κρύφτηκαν στην θέση Φοινικιά όπως είπα. Οι Τούρκοι γύρω στους διακόσιους όπως έκαναν κάθε μέρα, πολύ πρωί, οδήγησαν πολλά ζώα, άλογα βόδια αιγοπρόβατα στην θέση εκείνη την οποία θεωρούσαν ότι ήταν ασφαλής γι’αυτούς. Προηγείτο των Τούρκων και εμπροσθοφυλακή. Οι Χριστιανοί τους άφησαν να πλησιάσουν σε απόσταση 100 μέτρων και έπειτα όρμησαν εναντίον των πρώτων που προπορεύονταν. Τους έτρεψαν σε άτακτη φυγή και εγκατέλειψαν τα ζώα τους. Στην πρώτη λοιπόν εξόρμηση ο Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής έπιασε ένα Τούρκο. Μόλις τον συνέλαβε λέγει στον Μανόλη Σκανδάλη που βρέθηκε τυχαία μπροστά του :
-Κράτα τον μωρέ να πιάσω κι άλλον !
Ο Σκανδάλης τον κρατεί και ο Τζιτζής τρέχει και καταδιώκει τους πανικόβλητους Τούρκους. Από τις μαρτυρίες άλλων Ανωγειανών που βρέθηκαν εκεί ο Τζιτζής σκότωσε κι άλλους δυο Τούρκους.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1877-1878
Σ’αυτήν την επανάσταση ο Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής, λόγω της δραστηριότητάς του στην επανάσταση του 1866-1869 εθεωρείτο πλέον και ήταν ένα από τα καλύτερα παλικάρια της Κρήτης. Οι Ανωγειανοί τον αποκαλούσαν τυχερό, ο τυχερός πολέμαρχος έλεγαν. Γιατί ; «Γιατί σε όλες τις μάχες που εκάναμε στα 66 έλαβα μέρος και δεν έμεινε μάχη που να μην πάρω μπάλα ή στο κρέας ή στα ρούχα», έλεγε ο ίδιος.
Κατά την επανάσταση του 1878 δυο μάχες έγιναν από τους Επάνω Μυλοποταμίτες. Μια ενέδρα τον Μάιο του 1878 στην θέση Σκαφιδαριά και Αλμυρό αλλά προδόθηκε και απέτυχε. Πάλι ο Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής στάθηκε τυχερός. Είχε καταλάβει με 100 άλλους Ανωγειανούς τον Αλμυρό. Περίμεναν και ξημέρωσε αλλά δεν φάνηκε κανείς Τούρκος, εκτός τριών που βρισκόταν στον εκεί μύλο και οι οποίοι βγήκαν ανύποπτοι έξω. Οι πολεμιστές υπό τον Μανόλη Ξυλούρη βλέποντας ότι το παιγνίδι της ενέδρας χάθηκε πυροβόλησαν εναντίον των τριών, σκότωσαν τους δύο και τραυμάτισαν τον τρίτο στον μηρό.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1896-1898
Το 1896 έγινε στο Μαλεβύζι και στην θέση Σκαφιδαρά μάχη κατά των Τούρκων στις 6 Αυγούστου 1896.
Στην μάχη συμμετείχαν Μαλεβυζιώτες και Μυλοποταμίτες υπό την ηγεσία του Γεωργίου Μιχαήλ Σκουλά, Κωνσταντίνου Σταυρακάκη, Εμμανουήλ Ξυλούρη ή Τζιτζή, Γεωργίου Ζωνού, Γρηγόρη Σπιθούρη, Ιωάννη Κεφαλογιάννη, παλιών πολεμιστών. Στην μάχη σκοτώθηκε ο Βασίλης Σταυρακάκης, Ανωγειανός, και δύο Λουτρακιανοί των οποίων αγνοώ τα ονοματεπώνυμα. Και σ’αυτή τη μάχη δέχτηκε μια σφαίρα ο Τζιτζής στην βράκα του.
Τον Τζιτζή η αποκατάσταση της Κρήτης κατά το 1898 βρήκε γέροντα και ανίκανο πλέον για εργασία. Για τον λόγο αυτό εγκατέλειψε και το ποιμενικό του επάγγελμα. Τα εφόδια για να αποκατασταθεί μεταξύ των παλαιών αγωνιστών που του πρόσφεραν κατά διαστήματα οι Αρχηγοί, (δηλαδή διπλώματα), δεν τα δεχόταν και έτσι δεν έτυχε αρωγής από την Κρητική Πολιτεία. Έπρεπε να κατατεθούν πιστοποιητικά γα την δράση του στις προηγούμενες επαναστάσεις. Αναγκαστήκαμε λοιπόν εμείς οι φίλοι του και απευθυνθήκαμε στον επιζώντα Παπαδάκη από το χωριό Φόδελε, (χωρίς να το γνωρίζει ο Τζιτζής), ο οποίος θήτευσε γραμματικός της Επαναστατικής Συνελεύσεως των Κρητών και γνώριζε την δράση του Τζιτζή. Με μεγάλη προθυμία μας έδωσε πιστοποιητικό για την δράση του με το οποίο κατετάγηκε μεταξύ της δευτέρας τάξεων αγωνιστών. Ακίνητη περιουσία δεν είχε για να ζει από τα εισοδήματά της. Είχε και πολυμελή οικογένεια, τρεις κόρες ανύπαντρες και τρεις γιους ανήλικους και γι’αυτόν τον λόγο τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε πολύ φτωχικά. Όπως σχεδόν όλοι οι ήρωες αγωνιστές υπέρ της Πατρίδας.
Πέθανε και κηδεύτηκε στα Ανώγεια τον μήνα Δεκέμβριο του 1913 δημοσία δαπάνη.
(Αποσπάσματα από χειρόγραφο κείμενο του Εμμ. Χαιρέτη ή Τροπίλη που βρίσκεται στο Ιστορικό Αρχείο του Ιστορικού Μουσείου Ηρακλείου, υπ. αριθ. 435, Φ9γ, Σ1) και ημερομηνία γραφής την 10η Φεβρουαρίου 1938).
Στο πέρασμα των χρόνων και των επαναστάσεων των Κρητών, για την ελευθερία και ανεξαρτησία του νησιού, αναδείχτηκαν μεγάλες μορφές αγωνιστών. Άλλοι αρχηγοί, άλλοι οπλαρχηγοί, άλλοι απλοί στρατιώτες. Ο Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής ανήκει στην ομάδα των απλών στρατιωτών. Στην ζωή του δεν γύρεψε αξιώματα, γνώριζε ότι αυτά δεν έχουν καμιά αξία την ώρα της μάχης. Αυτό που έπρεπε να κάνει το έκανε. Χωρίς ποτέ να λογαριάζει την ζωή του.
Οι τίτλοι για τον Τζιτζή δεν είχαν καμιά αξία. Ποτέ δεν τους αποδέχτηκε. Οι αξίες του ήταν η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η αξιοπρέπεια. Ποτέ δεν μιλούσε για τον εαυτό του. Όσα γνωρίζουμε σήμερα γι’αυτόν τα γνωρίζουμε από διηγήσεις συμπολεμιστών του.
Μεγαλοβοσκός με τέσσερα μητάτα στη Νίδα. Τα Πετροδολάκια το δεύτερο σπίτι του.
Στο τέλος, κι ενώ η Κρήτη ελευθερώθηκε, βρέθηκε χωρίς περιουσία. Την είχε διαθέσει στους αγώνες. Με έξι παιδιά. Συχνή κατάληξη των πολεμιστών. Κι έγινε θρύλος ο Τζιτζής στ’Ανώγεια. Και τα κατορθώματά του τα διηγούνταν οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους. Και τους λέγανε πως ο Τζιτζής κυνηγούσε με τα πόδια έναν Τούρκο καβαλάρη πάνω στη φοράδα του.
-Και τον έπιασε γιαγιά τον Τούρκο ο Τζιτζής ;
-Ναι παιδί μου, τονε πρόλαβε. Και έφταξε κι έπιασε την ουρά τση φοράδας. Και σύρνει την ουρά και πέφτει η φοράδα κάτω και πιάνει ο Τζιτζής τον Τούρκο.
Ο Ανωγειανός Μανόλης Ξυλούρης ή Τζιτζής. Ο απλός στρατιώτης. Ο αγνός αγωνιστής.
Αυτές τις γιγάντιες ψυχές, κανείς δεν μπορεί να υποτάξει, κανείς δεν μπορεί να νικήσει.
Μόνο ο Χάρος. Για να έρθει ο λαϊκός τραγουδιστής και να πει :
Τζιτζή και πως τον άφηκες το Χάρο να νικήσει αφού δε βρέθηκε ποτέ σ’ανατολή και δύση, Τούρκος μπροστά σου να σταθεί και να σε πολεμήσει;